Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών…

01b_Papadopoulos-ke-ekklisia.jpg

(Επετειακό κείμενο για την 21 Απριλίου 1967, έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε τι ήταν οι δικτάτορες που κατέλαβαν την εξουσία βάζοντας την χώρα στον γύψο για επτά χρόνια.)

Ο Χριστός είχε κηρύξει την αγάπη, κι αυτό ήταν κάτι που είχαν πάντα στο μυαλό τους οι δικτάτορες, όπως μας δείχνουν η φωτογραφία πάνω και η διήγηση του δικηγόρου Παναγιώτη Κανελλάκη, ο οποίος υποβλήθηκε σε άγρια βασανιστήρια σε χριστιανική συνέτιση στο κολαστήριο του ΕΑΤ-ΕΣΑ*, τον Μάρτιο του 1973.

* ΕΑΤ-ΕΣΑ ήταν το ανακριτικό τμήμα της στρατιωτικής Αστυνομίας, το οποίο έμεινε γνωστό για τα απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλε όσους αρνήθηκαν να υποταγούν στην παράνοια και χυδαιότητα της χούντας.

1 Μαρτίου 1973, Πέμπτη
Όργανα της Ασφάλειας Αθηνών με συλλαμβάνουν στο σπίτι μου στις 7 η ώρα το πρωί και με οδηγούν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πίσω από την αμερικάνικη πρεσβεία.

Χωρίς πολλές διατυπώσεις, μου παίρνουν όσα αντικείμενα έχω πάνω μου, ρολόι, ζώνη, λεφτά, και με κλείνουν στο κελί No 5. Είναι ένα δωμάτιο υπερβολικά μεγάλο. Μοναδικό έπιπλο ένα κρεβάτι στη μέση.

Μένω μόνος. Ησυχία.

Σε μισή ώρα περίπου ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο «Τσέλιγκας» (Γιάννης Αγγελής).  Με κοιτάζει στα μάτια και προσπαθεί να πάρει ύφος άγριο. Μαζί του είναι άλλοι δύο, ο Μιχάλης ο Πέτρου και ένας ακόμη, επαρχιώτης, άξεστος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος. Αρχίζει το ξύλο. Κρατάει περίπου μισή ώρα. Συγχρόνως βρίζουν και απειλούν.

Σε λίγο με μεταφέρουν στο κελί No 3. Στον δρόμο μού ρί­χνουν μερικές κλοτσιές. Το κελί είναι μικρό.

Ακούω σπαρακτικές κραυγές από το κελί No 4. Πρέπει να ‘ναι κάποιος πολύ νέος. Αρχίζω να φοβάμαι. Κοιμάμαι για λίγο. Με ξυπνάει ένας καινούργιος Εσατζής. Με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. Επεμβαίνει ο Μιχάλης Πέτρου: «Μην τον χαϊδεύεις, θα δει μετά τι τον περιμένει». Φεύγουν.

Το σώμα μου αρχίζει να με πονάει. Έχω πονοκέφαλο και κρυώνω. Πέ­φτω να κοιμηθώ με τα ρούχα. Κατά τις 11 ανοίγει η πόρτα. Με σηκώνουν απ’ το κρεβάτι και μου το παίρνουν. Μου δίνουν μία καρέκλα, ένα κομοδίνο και γραφική ύλη. Ο λοχαγός Τσάλας μου λέει: «Γράψε ό,τι ξέρεις πως μας ενδιαφέρει».

2 Μαρτίου 1973, Παρασκευή

Μετά το βραδινό φαγητό με πάνε για πρώτη φορά στον διοικητή, τον Χατζηζήση. Με περιμένει έξαλ­λος. Μου πετάει τα γραφτά μου στα μούτρα, λέγοντας ότι γελά­στηκα αν νομίζω ότι μπορώ να παίξω με την ΕΣΑ. Βρίζει χυδαία. Θυμίζει γελοιογραφία κακού. Μου δείχνει μερικά από τα χαρτιά που βρήκαν στο γραφείο, από την έρευνα στο σπίτι μου. Παγώνω. Δεν ξέρω αν έχουν βρει κι άλλα.

Κατά τη μιάμιση σταματάει η ανάκριση και με γυρίζουν στο κελί μου. Μου δίνουν κρεβάτι. Είμαι ευγνώμων. Όλη τη νύχτα βήχω άσχημα. Στις εξήμισι το πρωί μού παίρνουν το κρεβάτι και μου δίνουν πάλι χαρτί και μολύβι να γράψω. Αρχίζω νέα κατάθεση.

4 Μαρτίου, Κυριακή

Συνεχίζεται η ανάκριση. Σήμερα δεν με χτύπησαν καθόλου, μόνο βρίζουν ασταμάτητα. Κάθε 2 ώρες αλλάζει ο φύλακας μπροστά στα κελιά και το υβρεολόγιο ανανεώνεται. «Σκυλόφατσα, σαμποταριστή, θα πεθάνεις παλιοκουμμούνα». Μερικοί κάνουν και χιούμορ: «Πώς είσαι έτσι ρε; Δάνεισέ μου τα μούτρα σου να πάω σε μια κηδεία».

5 Μαρτίου, Δευτέρα

Στο μπάνιο το πρωί ο Πέτρου μου ρίχνει μια κλοτσιά στον μηρό. Είναι το σημείο του σώματός μου που με πονάει περισσότερο.

Μεσημεριανό, φασολάδα. Μετά το φαγητό αρχίζει το ξύλο. Με χτυπάνε τρεις. Ο Πέτρου, ο Τσέλιγκας κι ένας κοντός, μελαχρινός, ιδιαίτερα δυνατός. Μετά το ξύλο ξαπλώνω για λίγο, κρυφά γιατί δεν επιτρέπεται. Δεν με παίρνει ο ύπνος. Είμαι βέβαιος πως δεν θα τους άρεσε το ότι κρατάω ημερολόγιο. Γι’ αυτό το κρύβω καλά μέσ’ απ’ τη φόδρα του σακακιού μου.

6 Μαρτίου, Τρίτη

Μετά το φαγητό με χτυπάνε με γκλομπ ο Μιχάλης ο Πέτρου και ο Τσέλιγκας μαζί με έναν πανύψηλο Εσατζή με στρατιωτικά. Με χτυπάνε αλύπητα. Πρόσεξα ότι έχω αρχίσει να φωνάζω όταν με χτυπάνε. Εκεί που πονάω περισσότερο είναι οι μηροί και τα νεφρά. Στα νεφρά μού κόβεται η ανάσα. Ο Πέτρου έχει καταλάβει ότι πονάω ιδιαίτερα στους μηρούς και με κλοτσάει συνέχεια εκεί.

10 Μαρτίου, Σάββατο

Μου φέρνουν ρούχα ν’ αλλάξω. Βλέπω για πρώτη φορά τους ώμους, τα μπράτσα και την πλάτη μου. Είναι όλα μελανιασμένα μ’ ένα αφύσικο βιολετί χρώμα.

Σε λίγο ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πέτρου. Χαμογελάει χαιρέκακα. «Πας για στήσιμο», μου λέει, «ακολούθα». Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Με οδηγεί απέναντι στο κελί No 6, που είναι τεράστιο και άδειο.

Εδώ περιμένουν δυο άλλοι Εσατζήδες. Με τοποθετούν στη μέση του δωματίου. «Θα σταθείς εδώ», μου λένε, «σε στάση προσοχής, τα χέρια τεντωμένα κάτω και θα κοιτάζεις το ταβάνι. Αν κάνεις πως κουνιέσαι ή πως ξύνεσαι, χάθηκες».

Από πίσω μου, ακουμπισμένος στον τοίχο, στέκεται ένας Εσατζής μ’ ένα γκλομπ στο χέρι. «Κάθε φορά που θα λυγίζεις ένα πόδι», μου λέει, «θ’ αρπάζεις κι από μια διάσειση».

Καταλαβαίνω πως η δοκιμασία μου έγκειται σε πολλές ώρες ορθοστασία. Πάλι καλά. Στέκομαι σε στάση προσοχής και περιμένω.

Σε μισή ώρα κιόλας έχω κουραστεί. Με πονάει η μέση. Είναι αδύνατον να στέκεσαι συνέχεια προσοχή. Ο σκοπός πίσω μου δεν μιλάει καθόλου. Διαβάζει «Αθλητική». Κάποια στιγμή κουνάω μηχανικά το χέρι για να ξύσω την πλάτη μου. Αμέσως ο σκοπός φωνάζει μέσα τον άλλον Εσατζή και με χτυπάνε και οι δύο μαζί με γκλομπ. Με χτυπάνε στο κεφάλι. Όταν πιάνω με τα χέρια το κεφάλι μου, με χτυπάνε στα δάχτυλα. Κάποτε σταμα­τάνε. «Αν θέλεις», μου λένε, «ξανακουνήσου». Με βάζουν πάλι στο ίδιο σημείο, στην ίδια στάση.

Αρχίζουν να περνάνε οι ώρες. Ένας σκοπός με γκλομπ, που αλλάζει κάθε δύο ώρες, στέκεται συνέχεια πίσω μου. Κάθε λίγο δέχομαι χτυπήματα επειδή κουνήθηκα. Πονάει το κεφάλι μου κι έχω ζαλάδες.

Το μεσημέρι μού φέρνουν ένα πιάτο ρύζι. Με αναγκάζουν να φάω χωρίς να ακουμπάω με το άλλο χέρι στο κομοδίνο, για να μην ξεκουράζομαι. Διψάω πολύ. Ζητάω νερό. Χαμογελάνε με νόημα. «Πρώτα θα μιλήσεις», μου λένε, «και μετά θα πιεις νερό».

Αρχίζουν να περνάνε οι απογευματινές ώρες. Οι σκοποί μου εναλλάσσονται διαρκώς. Καθένας τους προσπαθεί να είναι πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο.

Σιγά σιγά νυχτώνει. Αισθάνομαι σαν να είμαι φυτεμένος. Δεν μ’ αφήνουν ούτε το ένα μου πόδι να λυγίσω. Η μέση μου πονάει πολύ. Διψάω.

Βραδινό, πάλι στο κομοδίνο. Το φαγητό δεν κατεβαίνει, γιατί το στόμα μου είναι ξερό. Μου δίνουν μισό ποτήρι νερό. Μ’ αφήνουν να πάω στην τουαλέτα. Είκοσι βήματα να πάω και είκοσι να γυρίσω. Με ξεκουράζει.

Η νύχτα προχωράει. Αρχίζουν να πονάνε τα πόδια μου. Νυστάζω. Μόλις γέρνω λίγο, με χτυπάνε. Απ’ τα χτυπήματα στους μηρούς έχω πάθει κάτι σαν σοκ. Κάθε λίγο ένα ρίγος με συγκλονίζει ολόκληρο, σαν να με περνάει ηλεκτρικό ρεύμα.

Αργά το βράδυ έρχονται διάφοροι Εσατζήδες στο κελί μου για να παρακολουθήσουν το θέαμα. Περνάνε πολλοί από μπροστά μου. Κάθε ένας βρίζει ή ειρωνεύεται. Κάποιος με φτύνει.

Ένας, βρίζοντας, αρχίζει ν’ ανάβει, μέχρι που τον πιάνει κάτι σαν παρο­ξυσμός. Μ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά και μου δίνει μια γροθιά στο στομάχι. Λυγίζω στα δύο. Ήταν πολύ δυνατή. Είμαι έτοιμος να καταρρεύσω.

Κάποιος μου πετάει μια χούφτα χαρτοπόλεμο στο πρόσωπο. «Καλές γιορτές», μου λέει. Ήταν Σάββατο βράδυ, 10 Μαρτί­ου, τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς.

11 Μαρτίου, Κυριακή

Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Καταλαβαίνω ότι δεν έχουν σκοπό να μου δώσουν κρεβάτι να κοιμηθώ. Νιώθω έντονα την ανάγκη να στηριχτώ για λίγο κάπου. Να πάρω λίγη δύναμη. Αποφασίζω να πέσω κάτω. Να κάνω πως λιποθυμάω. Δεν έχω να χάσω τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, κάθε τόσο με χτυπάνε.

Λυγίζω τα γόνατά μου και πέφτω με την πλάτη στο μωσαϊκό. Παριστάνω τον αναίσθητο. Ο σκοπός πίσω μου βγάζει φοβερές κραυγές. «Σήκω απάνου κερατά». Αισθάνομαι το γκλομπ του στα νεφρά μου. Συγχρόνως ορμάει μες στο κελί ο Τσέλιγκας. Σαν να την περίμενε αυτή τη στιγμή. Νιώθω έναν δυνατό πόνο στο κρανίο. Κάποιος με πατάει με αρβύλα στο κεφάλι και την στριφογυρίζει, όπως σβήνουν το τσιγάρο. Αισθάνομαι τους κροτάφους μου να παραμορφώνονται κάτω απ’ το βάρος. Δεν αντέχω. Φωνάζω. Με σηκώνουν πάλι όρθιο. Ο Τσέ­λιγκας συνεχίζει να με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. «Έτσι και ξανακάνεις πως λιποθυμάς», μου λέει, «δεν θα σε αναγνωρίσει η μάνα σου».

Σε μισή ώρα ξαναπέφτω. Δεν με χτυπάνε, μόνο νερό μου ρίχνουνε. Αυτό είναι καλό. Σπάω τη μονοτονία, ξεκουράζομαι και συγχρόνως δροσίζω τα χείλια μου.

Συνολικά όλη τη νύχτα θα έπεσα κάτω 4-5 φορές.

Οι ώρες περνάνε. Παρ’ όλο που είμαι χάλια, αισθάνομαι πως δεν θα μ’ εγκαταλείψουν ποτέ τελείως οι δυνάμεις μου. Διερωτώμαι πόσο αντέχει ο άνθρωπος.

Στην τουαλέτα μού επιτρέπουν να πάω τρεις φορές την ημέρα, πριν από κάθε φαγητό. Πάντα όμως κάτω από παρακολούθηση, για να μην πιω νερό από τη βρύση έξω από την τουαλέτα.

Απόψε ζητάω να πάω στην τουαλέτα εκτάκτως. Ο δεσμοφύλακας, ο Πέτρου, λείπει εκείνη τη στιγμή. Ισχυρίζομαι πως έχω επείγουσα ανάγκη. Ο σκοπός μου διστάζει αλλά τελικά με οδηγεί στην τουαλέτα, λέγοντάς μου να κάνω γρήγορα.

Μπαίνω μέσα, κλείνω πίσω μου την πόρτα, πέφτω στο πάτωμα (ο καμπινές είναι τούρκικος) και πίνω νερό μέσ’ από τη λεκάνη. Φοβάμαι να πιω πολύ, μήπως πάθω τίποτα. Μετά μένω ξαπλωμένος κάτω ανάσκελα, κάπου 2 ολόκληρα λεπτά. Ακουμπάω τα πόδια μου ψηλά στον τοίχο για να κατεβεί λίγο το αίμα και να ξεπρηστούν. Είναι απίστευτη η ηδονή.

Ο σκοπός μού χτυπάει την πόρτα να τελειώνω. Ξανασηκώνομαι με δυσκολία. Το σακάκι μου έχει μουσκέψει απ’ το νερό στο πάτωμα του μπάνιου. Το βλέπει ο σκοπός, καταλαβαίνει ότι ξάπλωσα κάτω και αρχίζει να με χτυπάει. Πρέπει να έχω τα χάλια μου γιατί φοβάται να με χτυπήσει δυνατά.

Η νύχτα προχωράει. Οι σκοποί μου αλλάζουν. Αισθάνομαι τα πόδια μου να καίνε. Ξαναπέφτω. Ο Πέτρου με χτυπάει μ’ όλη του τη δύναμη. Ο σκοπός το ίδιο. Έχουν και οι δύο γκλομπ. Με σηκώνουν όρθιο και συνεχίζουν να με χτυπάνε. Βλέπω το γκλομπ να κατεβαίνει με τέτοια δύναμη πάνω στο κεφάλι μου, που είναι αδύνατον να πιστέψω πως δεν θα τ’ ανοίξει στα δύο.

Σε μια στιγμή το γκλομπ τού Πέτρου σπάει διαγώνια στα δύο. Αν δεν το ’βλεπα δεν θα το πίστευα. Έσπασε πάνω στην πλάτη μου, και το μισό κομμάτι πετάχτηκε στην άλλη άκρη του δωματίου.

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

Advertisements

Tagged: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: